παράνομα

παράνομα
I τό
1) фамилия; 2) прозвище, кличка παράνομα2
II επίρρ.
1) нелегально, подпольно;

εκδίδομαι παράνομα2 — издаваться нелегально;

2) противозаконно, незаконно

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "παράνομα" в других словарях:

  • παράνομα — επίρρ. τροπ., παρά το νόμο, κατά παράβαση του νόμου: Οι οδηγοί που σταθμεύουν παράνομα τιμωρούνται. το το επίθετο, αλλά και το παρατσούκλι: Ποιο είναι το όνομα και το παράνομά σου; – Σε τούτο το χωριό ο καθένας έχει κι ένα παράνομα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • παράνομα — και παρανόμι, το 1. επώνυμο, επίθετο 2. (ιδίως στον τ. παρανόμι) παρωνύμιο, παρατσούκλι. [ΕΤΥΜΟΛ. < παρ(α) * + όνομα] …   Dictionary of Greek

  • παράνομα — παράνομος lawless neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράνομ' — παράνομα , παράνομος lawless neut nom/voc/acc pl παράνομε , παράνομος lawless masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παράνομος — η, ο / παράνομος, ον, ΝΜΑ 1. (για ενέργειες, καταστάσεις και πράγματα) αυτός που γίνεται, συμβαίνει ή υπάρχει κατά παράβαση τών νόμων, που δεν είναι σύμφωνος με τους νόμους και τους κανόνες δικαίου και βρίσκεται σε αντίθεση με τα καθιερωμένα ήθη… …   Dictionary of Greek

  • παρανομάζω — και παρανομιάζω [παράνομα / παρανόμι] 1. προσάπτω σε κάποιον παρωνύμιο, τού βγάζω παρατσούκλι 2. καλώ, φωνάζω κάποιον με το παράνομά του …   Dictionary of Greek

  • σφετερίζω — ΝΜΑ (το νεοελλ. πάντα μέσ., ενώ το μσν. και το αρχ. ενεργ. και μέσ.) οικειοποιούμαι ξένο πράγμα παράνομα, κάνω κάτι ξένο δικό μου μσν. σφετερίζομαι μεταβιβάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < σφέτερος(βλ. λ. σφεῖς). Το ρ. χρησιμοποιείται «επί κακῷ» με σημ.… …   Dictionary of Greek

  • Μαρτί, Χοσέ Χούλιαν — (Marti Jose Julian, Αβάνα 1853 – Ντος Ρίος 1895). Κουβανός λογοτέχνης και αγωνιστής. Από νεαρή ηλικία ο Μ. συμμετείχε στους αγώνες για την ανεξαρτησία της Κούβας. Το 1869 δημοσίευσε τα πρώτα του πολιτικά άρθρα, καθώς και ένα έμμετρο θεατρικό έργο …   Dictionary of Greek

  • παρέγγραπτοι — Ονομάζονταν έτσι όσοι ήταν γραμμένοι παράνομα στους καταλόγους των Αθηναίων πολιτών, και ιδιαίτερα στο ληξιαρχικόν γραμματείον του κάθε δήμου, όπου γινόταν η πρώτη εγγραφή των νέων μόλις συμπλήρωναν τα 18 τους χρόνια. Η πόλη της Αθήνας φρόντιζε… …   Dictionary of Greek

  • беззаконьныи — (268) пр. Беззаконный, противозаконный, противоречащий христианскому учению или законам, установленным церковной или светской властью: по своимъ безаконьныимъ начинаниѥмъ. отъ х҃вы цр҃кве отълоучены. (ἀϑεμίτους) ΚΕ XII, 175б; отъстоупить… …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Giorgos Kaminis — (griechisch Γιώργος Καμίνης, * 15. Juli 1954 in New York) ist ein griechischer Verfassungsrechtler. Er war von April 2003 bis September 2010 griechischer Ombudsmann und wurde am 14. November 2010 zum Bürgermeister von Athen gewählt.… …   Deutsch Wikipedia


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»